Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Ανθρώπινο πάθος
 (Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ)

 Φυλάκισες το χρόνο σου στα χρώματα,
 στην πορφυρή αναμονή κυμάτισε
 καλά το μυστικό σου.
Ολάκερη ζωή υπέμεινες
το βέβηλο σκοτάδι.
Σε νύχτες άχρωμες εστράγγιξες
την αιώνια ομορφιά σου.
 Άπλετο φως η νιότη σου
την ομορφιά σου εξουσιάζει.
Σαν κεραυνό δαπάνησες
 στο λυκόφως της αλήθειας
το βαθύτατο εγώ σου.
Ειρωνική σιωπή στο είδωλο
 και η όψη σου θολώνει .
Το πρόσωπό σου σκοτεινό
κι ο χρόνος σε στοιχειώνει,
 σαν την ψυχή σου πούλησες
 με αντάλλαγμα το κάλλος.
 Αλλοίωση μες την ψυχή
 και η αθανασία πάθος!







Επίκληση ονείρου

 Ανάλαφρα φαντάσματα της μνήμης μου
 τα χρόνια που πέρασαν.
Ξοδεύτηκα!
Σπαν τη σιωπή τα χείλη μου
 στον ήχο της συνήθειας.
Με μόχθο η ψυχή μου αναζητά
ό,τι υπάρχει!
Να ξεχασθούν οι σκέψεις μου
στο άγγιγμα παράφορου ονείρου
προσπάθησα!
 Εφήμεροι επιδρομείς τα όνειρα,
στην κλίμακα τ’ ουρανού υψώνονται.
Μια στιγμή… στη σκέψη σου και σιώπησα.
Πονώ εκεί που λησμονώ,
τη λύτρωση ζητάω!
Χαράματα σε καρτερώ,
να μοιρασθείς το όνειρο
κι ό,τι το πάθος ορίζει.
Να μη χαθείς, ξοπίσω μου να πορευθείς,
 στη μνήμη μου σιρόπι να γενείς, να τη γλυκάνεις!




Η μάνα γη

Βούτηξα τα χέρια στο χώμα κι ένοιωσα
 τη ζεσταμένη γη να με αγκαλιάζει
. Ένοιωσα οι σκέψεις μου να εκτρώνονται.
Ολάκερος μετείχα στο θάνατο της ανθρωπότητας
και ενώθηκα με τη ζωή που κυοφορούσε.

 Χάιδεψαν τα χέρια μου τα βήματα
που άφησαν οι ξεχασμένοι
 και ο χρόνος σταμάτησε χωρίς ανάσα.
 Συνεπαρμένος στο αδιανόητο αφέθηκα
στο συμπυκνωμένο φάσμα του θανάτου
 που απαξιώνει τη ζωή κι άλλη ζωή της δίνει.

Σε τούτη τη γη ο χρόνος πλαταίνει
και τα πάντα εναλλάσσονται χωρίς σταματημό.
Κάθε που φέρνει γέννηση στη γη κάτι πεθαίνει.
 Οικείο το χώμα της, τα χέρια βουλιάζουν,
 ησυχάζουν, γεμίζουν ζωή,
αναβαπτίζονται στη μάνα γη.






Άψυχο, αγαλματένιο κάλλος

 Μαρμαρωμένο στάθηκε εκεί επί αιώνες.
Δυο μαραμένα κόκκινα τριαντάφυλλα
 σκίαζαν την αιχμάλωτη μορφή του.

Μεταναστευμένη η ψυχή σε άδειο παρελθόν,
διαιωνίζει την ύπαρξή της στο επιτύμβιο
επίγραμμα του θανάτου.
Κούφιοι οι ήχοι στη μοναξιά του
αναζητούν τα λόγια,
από τους διαβάτες της ζωής,
 να ανταλλάξουν παραμυθένιες υποσχέσεις.
 Πώς να μιλήσεις με το άγαλμα
και ποιος να ’ναι ο καημός του;
Η μαρτυρία του επισφράγισμα
 στον όρκο της ζωής!

Απορημένο καρτερεί το χρόνο να νικήσει.
Κι αν λυγίσει και συντριβεί,
τον άδηλο προορισμό του θα έχει εκπληρώσει!
ΨΗΦΙΔΩΤΆ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΜΟΥ







Καλημέρα νύχτα

 Κι απόψε με ξενύχτισες
 πλανεύτρα μαυροφόρα.
Κοντά στα ξημερώματα
τα όνειρά μου τ’ άγγιξε
 το μαύρο μυστικό σου!
 Λαμπύριζαν οι στάλες σου
 και τη σιωπή σου ράγισε
 ο ήχος του ανέμου.
 Ολονυχτίς οι σκέψεις μου
 κρεμάστηκαν στ’ αστέρια,
 τη λύτρωση μου σκέπασε
 το σάβανο της νύχτας.
 Πρηνής, ανήμπορος να δω,
τα βλέφαρά μου κλείνω.
Απόμακρος από κάθε φως
 μακριά θα δραπετεύσω,
εκεί που ραγίζουν οι σιωπές
 και το αιώνιο ταξιδεύει.



 Αηδόνι της σιωπής! 

!Πιάσε την καρδιά μου αηδόνι του Θεού,
 φτερούγισε μαζί μου χαρούμενο.
Κάποτε με πήρες στην αγκαλιά σου
 χωρίς φωνή, με μάτια κλειστά,
 σπαραχτικά το σ’ αγαπώ να νοιώσω!
Τα λόγια που δεν είπαμε κρατώ
 καρπό αθανασίας, μη φεύγεις!
 Ακούω τούτη τη στιγμή τα λόγια,
 που πέρασαν μπροστά μου.
Σταυρώνομαι απόψε,
 στο όνομα της άσπιλης αγάπης !
 Κοιτώ ψηλά να ξεχαστώ
 στο συναρπαστικό κόσμο των αναμνήσεων
 κι εσύ, καταδίκασες την καρδιά μου
 να θυμάται τη νύχτα αυτή,
 αηδόνι της σιωπής!