Αναζητώντας το όνειρο
Πολυδύναμη αίσθηση
στολίζει απόψε την καρδιά μου,
προσμένοντας να αναγεννηθεί.
Από τους διασταλμένους πόρους της
ξεπετάγεται η λάμψη,
που αντικατοπτρίζεται ως ακοίμητη κανδήλα
μιας άλλης εποχής!
Στην έκσταση του δειλινού,
στο αχανές αύριο,
ίσως η ψυχή μου ανελέητα φθαρθεί,
περιπλανώμενη για τη λευτεριά.
Θα βαδίζω στη σιωπή των ονείρων μου,
ώσπου τις σκέψεις μου να σβήσουν
-σαν χαρακιές στην άμμο-!
Στη λήθη του χρόνου θα ζωντανέψουν
τα πιο κρυφά μου όνειρα.
Αφιερωμένο στους λίγους, που αντιλαμβάνονται το μεγαλείο της ποίησης στην ελαχιστότατα των λέξεων.
Συνολικές προβολές σελίδας
Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015
Όνειρα
Αγαπημένη μου,
όταν σε γνώρισα, έκανα πολλά όνειρα,
γιατί πριν σε συναντήσω, εσύ ήσουν το όνειρό μου!
Όταν τα όνειρά μου έγιναν πάθος ασφυκτικό
και άρχισαν να με πνίγουν,
τα έβαλα σ' ένα χάρτινο καράβι
με την ελπίδα να με δεχθεί κάποιο λιμάνι…
Όμως, το λιμάνι των ονείρων μου δε με δέχτηκε,
με πρόδωσε και με απέρριψε…
Το καράβι έλιωσε και τα όνειρά μου πνίγηκαν!
Αν τα μάτια μου μελαγχολικά ατενίζουν το πέλαγος,
είναι γιατί εκεί θάφτηκαν τα όνειρά μου.
Και, επειδή τα κύματα, όπως τα όνειρα,
έχουν κίνηση και η κίνηση δίνει ζωή,
ζω με την προσδοκώμενη ελπίδα
να αντικρύσω ένα από τα όνειρά μου
στον αφρό των κυμάτων,
να το κρατήσω στη χούφτα μου
και τρέχοντας να στο φέρω.
Όταν στο φέρω, θέλω να το κρατήσεις,
γιατί συνήθως στα λιμάνια οι άνθρωποι
αφήνουν τις αναμνήσεις τους
και ταξιδεύουν με τα όνειρά τους!
Δικό μου όνειρο και ανάμνηση
θα είναι το δικό σου λιμάνι,
αν βαρεθείς το όνειρό μου, καταπόντισε το
να συναντήσει τα υπόλοιπα όνειρά μου
και εσύ κράτησε την ψυχή μου!
Αγαπημένη μου,
όταν σε γνώρισα, έκανα πολλά όνειρα,
γιατί πριν σε συναντήσω, εσύ ήσουν το όνειρό μου!
Όταν τα όνειρά μου έγιναν πάθος ασφυκτικό
και άρχισαν να με πνίγουν,
τα έβαλα σ' ένα χάρτινο καράβι
με την ελπίδα να με δεχθεί κάποιο λιμάνι…
Όμως, το λιμάνι των ονείρων μου δε με δέχτηκε,
με πρόδωσε και με απέρριψε…
Το καράβι έλιωσε και τα όνειρά μου πνίγηκαν!
Αν τα μάτια μου μελαγχολικά ατενίζουν το πέλαγος,
είναι γιατί εκεί θάφτηκαν τα όνειρά μου.
Και, επειδή τα κύματα, όπως τα όνειρα,
έχουν κίνηση και η κίνηση δίνει ζωή,
ζω με την προσδοκώμενη ελπίδα
να αντικρύσω ένα από τα όνειρά μου
στον αφρό των κυμάτων,
να το κρατήσω στη χούφτα μου
και τρέχοντας να στο φέρω.
Όταν στο φέρω, θέλω να το κρατήσεις,
γιατί συνήθως στα λιμάνια οι άνθρωποι
αφήνουν τις αναμνήσεις τους
και ταξιδεύουν με τα όνειρά τους!
Δικό μου όνειρο και ανάμνηση
θα είναι το δικό σου λιμάνι,
αν βαρεθείς το όνειρό μου, καταπόντισε το
να συναντήσει τα υπόλοιπα όνειρά μου
και εσύ κράτησε την ψυχή μου!
Σαν όνειρο
Θα ζωγραφίσω δυο κύματα στα όνειρά μου,
να ακολουθούν τους χτύπους της καρδιάς μου.
Κι αν κάποτε σε συναντήσω,
-άγνωστε έρωτά μου-
θα σου προσφέρω μύρο τα δάκρυά μου,
να αποκοιμηθείς μεθυσμένος
στην άδεια αγκαλιά μου!
Μες το δικό σου ωκεανό,
το όνειρο ας με πάρει.
Ύστατη προσευχή,
να μη ξυπνήσω,
μη χαθείς,
μη σβήσει τ' όνειρό μου!
Θα ζωγραφίσω δυο κύματα στα όνειρά μου,
να ακολουθούν τους χτύπους της καρδιάς μου.
Κι αν κάποτε σε συναντήσω,
-άγνωστε έρωτά μου-
θα σου προσφέρω μύρο τα δάκρυά μου,
να αποκοιμηθείς μεθυσμένος
στην άδεια αγκαλιά μου!
Μες το δικό σου ωκεανό,
το όνειρο ας με πάρει.
Ύστατη προσευχή,
να μη ξυπνήσω,
μη χαθείς,
μη σβήσει τ' όνειρό μου!
Στης μοναξιάς τα μονοπάτια
Σου είπαν να κρατήσεις ό,τι έφυγε.
Μα φάνταζε αμφίβολη ικεσία.
Σκοτάδια που σε πνίξαν
σαν ξημέρωσε.
Αιώνιες αγάπες που ξεχνάνε!
Συμπόνια για κείνους που στενάζουνε
στης μοναξιάς τα κρύα μονοπάτια.
Αναπολώντας ό,τι έφυγε κρατούν
θλιμμένοι μες τα δύο τους μάτια!
Οι έναστρες εικόνες του φθινόπωρου
μοιάζουν σαν άπειρο,
που αγγίζουν την ψυχή.
Στης μοναξιάς την πονεμένη στράτα
ψάχνει η ψυχή ν' αγαπηθεί!
Ανέγγιχτη η λάμψη μες τα μάτια σου,
η στράτα θα σου μάθει το γιατί.
Γιατί φεγγοβολούν όσοι ερωτεύονται
και χάνονται στης στράτας τη σιωπή;
Σου είπαν να κρατήσεις ό,τι έφυγε.
Μα φάνταζε αμφίβολη ικεσία.
Σκοτάδια που σε πνίξαν
σαν ξημέρωσε.
Αιώνιες αγάπες που ξεχνάνε!
Συμπόνια για κείνους που στενάζουνε
στης μοναξιάς τα κρύα μονοπάτια.
Αναπολώντας ό,τι έφυγε κρατούν
θλιμμένοι μες τα δύο τους μάτια!
Οι έναστρες εικόνες του φθινόπωρου
μοιάζουν σαν άπειρο,
που αγγίζουν την ψυχή.
Στης μοναξιάς την πονεμένη στράτα
ψάχνει η ψυχή ν' αγαπηθεί!
Ανέγγιχτη η λάμψη μες τα μάτια σου,
η στράτα θα σου μάθει το γιατί.
Γιατί φεγγοβολούν όσοι ερωτεύονται
και χάνονται στης στράτας τη σιωπή;
Ο ήχος της μοναξιάς
Μες την απόλυτη μοναξιά μου
χαρμόλυπα φτάνουν τα όνειρά μου,
Είν' συντροφιά στη σιωπή μου- τον ήχο της σκέψης-
στον παγωμένο χειμώνα καρδιά μου ν' αντέξεις!
Ψυχή που πονούσες, την αγάπη ζητούσες,
μα της νυχτιάς τ' απρόσμενο αγέρι,
την παρέσυρε…
Κι έσβησε στον ουρανό – έκπτωτο αστέρι!
Θα 'ναι μια αγάπη στα κρυφά όνειρά μου,
θα συντροφεύει τις σκέψεις και την πληγωμένη καρδιά μου.
Κι όταν η άνοιξη λουλούδια θα φέρει,
θα πάρει τ' όνειρο, τον πόνο , τη σκέψη.
Η ψεύτικη αγάπη τίποτε δε θα αφήσει
και στης καρδιάς μου τον πόνο λευκός κρίνος θ' ανθίσει!
Μες την απόλυτη μοναξιά μου
χαρμόλυπα φτάνουν τα όνειρά μου,
Είν' συντροφιά στη σιωπή μου- τον ήχο της σκέψης-
στον παγωμένο χειμώνα καρδιά μου ν' αντέξεις!
Ψυχή που πονούσες, την αγάπη ζητούσες,
μα της νυχτιάς τ' απρόσμενο αγέρι,
την παρέσυρε…
Κι έσβησε στον ουρανό – έκπτωτο αστέρι!
Θα 'ναι μια αγάπη στα κρυφά όνειρά μου,
θα συντροφεύει τις σκέψεις και την πληγωμένη καρδιά μου.
Κι όταν η άνοιξη λουλούδια θα φέρει,
θα πάρει τ' όνειρο, τον πόνο , τη σκέψη.
Η ψεύτικη αγάπη τίποτε δε θα αφήσει
και στης καρδιάς μου τον πόνο λευκός κρίνος θ' ανθίσει!
Σπασμένες σκέψεις…
Κάποτε ρώτησα ένα καράβι αν υπάρχει ζωή
και κείνο μου απάντησε : «αν πιστεύεις ότι υπάρχει Θεός,
τότε θα καταλάβεις γιατί σε κρατά στα ζωντανά Tου χέρια»!
Απόψε, εν ώρα απόλυτης σιωπής, τα μάτια μου,
χωρίς να το καταλάβω,
μέσα από το θολωμένο τζάμι κοιτούσαν ανυπόμονα
το γέρικο καράβι…
Επιβεβαίωση της ύπαρξης, σκέφτηκα!
Γεννιέσαι ακατάπαυστα μέχρι η ύπαρξή σου
να προσκυνήσει την ανυπαρξία.
Καθηλωμένος σε στάση ικεσίας
ατένιζα στο πέλαγος τα σπασμένα κατάρτια του καραβιού
να χτυπάνε αλύπητα στον αφρό των κυμάτων
και τον ερμητικό αγέρα να παρασέρνει
τα σχισμένα του πανιά σ' ένα ταξίδι αναγέννησης,
ακούσιας μεταμόρφωσης.
Πανομοιότυπα συντρίμμια και η ύπαρξη της ζωής.
Υπαρκτή πληγή που ανασταίνει την τραυματισμένη προσωπικότητα
που την δεσμεύει και ανασύρει τα σπασμένα κατάρτια της αγάπης
και τα εκτοξεύει εκεί που τα συναισθηματικά ρήγματα επιζητούν,
στην ίδια την αφάνεια,
την αναπόφευκτα απώλεια μιας άλλης αναγέννησης…
Τι μεγαλείο η ζωή, μας χαρίστηκε η αγάπη και μεις
ακόμη - σαν ελεύθεροι ταξιδευτές -
την περιμένουμε σ' ένα πέλαγος
επικυρωμένων ελπίδων…
Κάποτε ρώτησα ένα καράβι αν υπάρχει ζωή
και κείνο μου απάντησε : «αν πιστεύεις ότι υπάρχει Θεός,
τότε θα καταλάβεις γιατί σε κρατά στα ζωντανά Tου χέρια»!
Απόψε, εν ώρα απόλυτης σιωπής, τα μάτια μου,
χωρίς να το καταλάβω,
μέσα από το θολωμένο τζάμι κοιτούσαν ανυπόμονα
το γέρικο καράβι…
Επιβεβαίωση της ύπαρξης, σκέφτηκα!
Γεννιέσαι ακατάπαυστα μέχρι η ύπαρξή σου
να προσκυνήσει την ανυπαρξία.
Καθηλωμένος σε στάση ικεσίας
ατένιζα στο πέλαγος τα σπασμένα κατάρτια του καραβιού
να χτυπάνε αλύπητα στον αφρό των κυμάτων
και τον ερμητικό αγέρα να παρασέρνει
τα σχισμένα του πανιά σ' ένα ταξίδι αναγέννησης,
ακούσιας μεταμόρφωσης.
Πανομοιότυπα συντρίμμια και η ύπαρξη της ζωής.
Υπαρκτή πληγή που ανασταίνει την τραυματισμένη προσωπικότητα
που την δεσμεύει και ανασύρει τα σπασμένα κατάρτια της αγάπης
και τα εκτοξεύει εκεί που τα συναισθηματικά ρήγματα επιζητούν,
στην ίδια την αφάνεια,
την αναπόφευκτα απώλεια μιας άλλης αναγέννησης…
Τι μεγαλείο η ζωή, μας χαρίστηκε η αγάπη και μεις
ακόμη - σαν ελεύθεροι ταξιδευτές -
την περιμένουμε σ' ένα πέλαγος
επικυρωμένων ελπίδων…
Βραδινή μοναξιά.
Βραδιάζει και η μοναξιά πλανάται στη γη.
Σχέσεις ματώνουν και ρωτούν το γιατί,
λίγοι ειν' αυτοί που αντέχουν ακόμα.
Βρέχει και οι σταγόνες ποτίζουν το χώμα.
Άνθρωποι στέκουν σε κάθε γωνιά
σε δρόμους , πλατείες και σε μαγαζιά,
έξω στη φύση ζουν μοναχοί
τρομάζουν και κλαίνε στη σιωπή.
Τα λίγα τους όνειρα έχουν χαθεί,
ψάχνουν για αγάπη, για φως, για ζωή,
μα η ελπίδα πλανιέται στην προσμονή,
στα όνειρα στρέφουν την προσοχή.
Άδειο τοπίο η πόλη ξυπνά,
κλείνουν τα στόματα δίχως μιλιά,
μέσα στο πλήθος έχουν όλοι χαθεί,
την μοναξιά του ο καθένας ακολουθεί.
Βραδιάζει και η μοναξιά πλανάται στη γη.
Σχέσεις ματώνουν και ρωτούν το γιατί,
λίγοι ειν' αυτοί που αντέχουν ακόμα.
Βρέχει και οι σταγόνες ποτίζουν το χώμα.
Άνθρωποι στέκουν σε κάθε γωνιά
σε δρόμους , πλατείες και σε μαγαζιά,
έξω στη φύση ζουν μοναχοί
τρομάζουν και κλαίνε στη σιωπή.
Τα λίγα τους όνειρα έχουν χαθεί,
ψάχνουν για αγάπη, για φως, για ζωή,
μα η ελπίδα πλανιέται στην προσμονή,
στα όνειρα στρέφουν την προσοχή.
Άδειο τοπίο η πόλη ξυπνά,
κλείνουν τα στόματα δίχως μιλιά,
μέσα στο πλήθος έχουν όλοι χαθεί,
την μοναξιά του ο καθένας ακολουθεί.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)