Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Ένα ταξίδι τέλειωσε, χωρίς ποτέ ν' αρχίσει

 Ένα ταξίδι είναι η ζωή μου σ' αυτή τη γη που ενοικώ,
μα κι αν ξεκίνησα νωρίς, είναι γιατί πονώ!
Και μέσα απ' το ταξίδι μου ήλπιζα -αργά ή γρήγορα-
στη στράτα μου ν' αντάμωνα αυτό που αναζητούσα.
 Μα πώς να κάνω την αρχή; Ποιο δρόμο να τραβήξω;
Αφέθηκα στων αστεριών το φως να ξεκινήσω,
 μα σαν με βρήκε το πρωί είπα να σταματήσω.
Γιατί τ' αστέρια ήταν πολλά και φώτιζαν ολούθε
και η πονεμένη μου καρδιά επίμονα με ρώταγε,
ποιο δρόμο να τραβούσε;
Τότε εσύ στο δρόμο εβρέθηκες, χωρίς να το προσέξω
Κι εγώ μια σκέψη έκανα τον πόνο μου ν' αντέξω.
Άφησα πίσω μου στεριά, θάλασσα κι ακρογιάλι
και στα υπέροχα μάτια σου είπα να βρω λιμάνι!
 Τι κι αν τα μάτια σου γλυκά, χαρούμενα κοιτούσαν,
πίσω από την λάμψη τους θλίψη φιλοξενούσαν.
 Και ένωσα την θλίψη σου με τον δικόν μου πόνο
 και οι ψυχές μας δέθηκαν, μα στην πορεία εσύ έφυγες
 κι εγώ… μονάχος λιώνω.
Τι κι αν το ταξίδι τέλειωσε, χωρίς ποτέ ν' αρχίσει,
 φάρο θα 'χω τα μάτια σου, άγκυρα την καρδιά σου,
 πυξίδα την ανάσα σου και για ημερολόγιο…
 στα φυλλοκάρδια μου θα γράφω τ' όνειρά σου!
 Ως ναυαγός σε άγονο νησί θα περιμένω
 κι αν τα όνειρά σου βαρεθείς,
εγώ ως ξένος πειρατής εσένα θα προσμένω!
Το τέλος της Μυσταγωγίας

 Μυσταγωγία κλήθηκε η θεία λειτουργία
, γιατί στη σκέψη μου εσύ, δεσπόζεις «Παναγία»!
 Σαν τέλειωσα την λειτουργιά, τη μέρα του Αϊ Νικήτα,
 ο ήλιος δεν ξεπρόβαλε κι ας είχε φύγει η νύχτα.

Τους οφθαλμούς στον ουρανό έστρεψα να ρωτήσω:
 «γιατί ήλιε δεν ξεπρόβαλες, για να σε χαιρετήσω;»
 Κι ο ήλιος μου απάντησε με θλίψη και με πόνο:
 «Λάμπει αυτή τόσο πολύ, που εγώ μπροστά της λιώνω!»

 Κι εγώ ζητιάνος της ζωής το χάδι σου περιμένω,
μια αχτίδα από τη λάμψη σου να πάψω να υποφέρω.
Μα εσύ απομακρύνεσαι συνέχεια από κοντά μου,
γι' αυτό θα φύγω πρώτος εγώ, μα θα 'σαι στα όνειρά μου.

 Στην εκκλησιά εγύρισα, χωρίς να θέλω κάτι,
στη σκέψη μου σε έφερα και μου 'φυγε ένα δάκρυ!
Μες το κανδήλι το έβαλα, ποτέ του να μη σβήσει,
την οικουμένη να φωτεί, από ανατολή ως δύση!
Επιθυμία

Σπάσ' το φεγγάρι ουρανέ
 και κάντο κομματάκια,
στίχους να γράφω πάνω τους
 για τα γλυκά της μάτια.

 Κι αν κάποτε τελειώσουνε,
και περισσεύσει ένα,
ρίξε ένα αστέρι πάνω του,
για να το κάνω πέννα.

 Να γράψω κάτι ιερό,
ποτέ του να μη σβήσει,
για να υμνεί τα μάτια της
 που λάμπουνε στην κτήση.

 Γιατί σαν ήλιος καθιστός
 υπάρχει στην καρδιά μου,
 φωτίζουνε τα μάτια της
τα μάτια τα δικά μου!
Το πάθος της απαθούς ανάμνησης

 Βράδιασε,
 και η μορφή σου αγριοτριαντάφυλλο πορτοκαλή
 στο ηλιοτρόπιο της καρδιάς μου.
 Αναπόλησα,
τα βράδια που ήσουν φως στα σκοτάδια του έρωτά μου
 και η μαργαριταρένια σου ματιά μαγνήτιζε ό,τι εσύ κοιτούσες!
 Αναρωτήθηκα
αν τα χρόνια που σ' αγάπησα γίναν στιγμές,
ή οι στιγμές μαράθηκαν στη μνήμη της άσπιλης ελπίδας μου;
Πόνεσα,
υπερασπιζόμενος την ρακένδυτη μοίρα μου και τον ειρωνικό έρωτα
 που ζητιάνευα στις ονειροπολήσεις μου.
 Χάθηκα,
 στα ολέθρια συναισθήματα πηγαίων αναμνήσεων
και προσκύνησα την προσδοκώμενη εκπλήρωση των ονείρων μου.
 Ικέτευσα,
 να γίνει παρελθόν η φλογισμένη φαντασία μου
 και η νύχτα συνειδητά με αποκοίμισε.
Αναγεννήθηκα,
 σ' έναν απροϋπόθετο παράδεισο που οι αναμνήσεις και τα όνειρα
 έχουν την ίδια έξαρση- αίσθημα ματαιότητας.
Ξύπνησα,
 και η μορφή σου εφάμιλλη πνοή του παραδείσου…
 δε σου αρμόζουν χρώματα!
 Ξημέρωσε.
Η νύχτα με συγκλόνισε!
Είσαι ακόμη εδώ….
Της θάλασσας σιωπή

Αναπολώντας τις πανσελήνους νυχτιές
 βαθιές με πνίγουν σιωπές…
Ειν' αυτές οι στιγμές
 που αποκαμωμένη η ψυχή μου
 παραδιδόταν στη σιωπή του κύματος.
 Τότε που έκλεινα τα μάτια
 - αγνοώντας το αύριο-
χωρίς να ξέρω πού βρίσκομαι,
 αισθανόμουν την αύρα του έρωτα
 που με περιέκλειε στον ίσκιο του.
Σιωπή…

 Κάθε φορά που η θύμησή μου ταξιδεύει
 στα γαλαζοπράσινα νερά του πελάγους,
κάθε φορά που τα εσπέρια χρώματα
 απαθανατίζουν την ηδονή
 στην παλέτα της καρδιάς μου,
κάθε φορά που σιωπούν οι ήχοι στη θύμησή μου,
τότε ερωτεύομαι της θάλασσας τη σιωπή!
Αόρατες σιωπές-παιχνίδι αναμνήσεων-
που αναζητούν το λάθος
στο απαλό άγγιγμα της αγάπης!
 Πάθος…

 Όχι, δεν με επαίρει η σιωπή.
 Ανήσυχος περιηγητής
στα αδιαπέραστα σκοτάδια της ευτυχίας.
 Θα προσδοκώ του έρωτα την ηδονή
 στην αγκαλιά της να κρυφτώ.
 Στης θάλασσας τη σιωπή… ας χαθώ!
 Νοσταλγία…
Μεθυσμένα χρώματα

Άνοιξα τα φτερά μου να ταξιδέψω στο αύριο
 κι απαγκιστρώθηκα στην αύρα της ψυχής σου.
Μπλέχτηκαν οι σκέψεις μου
με το ουράνιο τόξο των ματιών σου
 και γέμισαν χρώματα!
 Θα απλώσω τα μεθυσμένα χρώματα των ματιών σου
 στην παλέτα της απεραντοσύνης
 κι όταν τα σύννεφα θα αποτραβούν το πέπλο τους,
θ΄ αντιφεγγίζομαι στη δική σου παρουσία.
 Αν μεθύσω, σκότωσε τη διαφάνεια της ψυχής μου.
 Και, ίσως σε αγαπήσω περισσότερο,
 όταν η ραγισμένη μου μάτια
 θα σβήνει στα δικά σου χρώματα.
Η μοναξιά των χρωμάτων

 Μεθυστικά τα χρώματα με συνεπήραν.
Ένας καμβάς σκιτσαρισμένος μπροστά μου
 -αντίθεση στην οπτική που ανοίγεται-
 στο ξεχασμένο παράθυρο της ανατολής!
 Στην ιερά παρόρμηση των αισθήσεων
 τα φλογισμένα χρώματα
 που αγκάλιαζαν το απέραντο,
 έγιναν ένα με τη διψασμένη μου καρδιά,
που αναζητούσε να ενώσει τα διεστώτα!
 Αδύνατον να με κερδίσουν απόψε τα χρώματα.
 Αλητεύει ο νους μου και η ματιά μου,
δήθεν αδιάφορα, περιφέρεται
στο περίγραμμα τ' ουρανού.
Με απογυμνωμένη θέληση εγκαταλείπω.
 Ίσως, αύριο, επιστρέψω ξανά
 στην εξόριστη μοναξιά των χρωμάτων μου!