Ξωκλήσι ερειπωμένο
( γέγονε ως επέταξας και ιδού τόπος εστί)
Στο απέραντο ψήλο βουνό, σε βράχο γκρεμισμένο
στέκει βουβό, καρτερικό, ξωκλήσι ερειπωμένο.
Έχει σιμά το πέλαγος και κύματα χτυπούνε,
και με το χτύπο ψάλουνε, τον άγιο υμνούνε!
Εκεί παπάς δεν λειτουργεί, δεν βάζει ''Ευλογημένη'
' ανθρώπων έρημος η γη κι η πόρτα του σπασμένη
. Καντηλανάφτης δεν περνά, το 'χει λησμονημένο
θυμιάμα δε μοσχοβολά, στον κόσμο ξεχασμένο!
Μα στην αδιάφανη φθορά του χώρου και του χρόνου
Αρχάγγελος παρίσταται υπερφυώς και μόνος!
Έχει τη Θεία εντολή, τη Θεία ευλογία
να υμνολογεί τον άγιο με θεία δοξασία!
Μα σα βραδιάσει και χαθεί ο ήλιος απ' τη δύση,
ένα κανδήλι καρτερεί φλόγα να δαπανήσει.
Τότε μια σπίθα φωτεινή κατέρχεται ουρανόθεν
και το κανδήλι ιεροπρεπώς, κινείται πέρα δώθε!
Φωτίζει την απλότητα η ζωογονούσα χάρη
και ο άγιος φωτίζεται κρυφά μες το σκοτάδι!
Στο πέλαγος και στη στεριά απλώνεται σκοτάδι
και το ξωκλήσι το μικρό φωτίζεται το βράδυ!
Αφιερωμένο στους λίγους, που αντιλαμβάνονται το μεγαλείο της ποίησης στην ελαχιστότατα των λέξεων.
Συνολικές προβολές σελίδας
Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015
Ο Δίκαιος
(το βουνό που αγάπησα)
Μεγαλοπρεπής ο Δίκαιος χαίρει τη λεβεντιά του,
Ασώματος, Λαγούδι, Ζυά, γονατιστά μπροστά του.
Αγέρωχος σε προσκαλεί ν' ανέβεις στην κορφή του
κι αν την πρόσκληση δεχθείς, θά 'ρθει η ανταμοιβή σου.
Κοπιαστική η ανάβαση στα πόδια τα δικά σου,
μα αξίζει να πεζοπορείς για τα ιδανικά σου.
Στο δρόμο σου προσκυνητή μην πτοηθεί η ματιά σου,
η φύση θα σε ακολουθεί που εκτείνεται μπροστά σου.
Κυπάρισσα βαθύσκια με βράχους και χαράδρες
απ' τη Σελλάδα θ 'ανεβείς σε πέτρες συμπληγάδες.
Απ' την κλεισούρα θα βρεθείς σε επικλινές πεδίο
και θ΄ αντικρίσεις το μικρό ξωκλήσι του Κυρίου.
Κοιτώντας από κει ψηλά το πανόραμα του κάμπου
νοιώθεις να ίπτασαι και συ στην αγκαλιά του βράχου.
Μοιάζει ως πράσινο χαλί στα πόδια σου η κτήση
και σαν κερί φωτίζεται απ' ανατολή σε δύση.
Ο Δίκαιος αγέρωχος στέκει μες τους αιώνες
δεν τον τρομάζουν οι βροντές, τα χιόνια και οι μπόρες.
Ολόγυρα ο κόσμος λες και έχει πλησιάσει
σ' ευλαβικό προσκύνημα σε αυτήν εδώ την πλάση.
Από τον Δίκαιο χαρούμενα όλα τα νησάκια μοιάζουν
σαν διαμαντένιο στόλισμα στου Αιγαίου του πελάγους.
Μικρασιατικά παράλια, η Αστυπαλιά και η Σάμος,
η Κάλυμνος, η Ψέριμος, η Λέρος και η Πάτμος.
(το βουνό που αγάπησα)
Μεγαλοπρεπής ο Δίκαιος χαίρει τη λεβεντιά του,
Ασώματος, Λαγούδι, Ζυά, γονατιστά μπροστά του.
Αγέρωχος σε προσκαλεί ν' ανέβεις στην κορφή του
κι αν την πρόσκληση δεχθείς, θά 'ρθει η ανταμοιβή σου.
Κοπιαστική η ανάβαση στα πόδια τα δικά σου,
μα αξίζει να πεζοπορείς για τα ιδανικά σου.
Στο δρόμο σου προσκυνητή μην πτοηθεί η ματιά σου,
η φύση θα σε ακολουθεί που εκτείνεται μπροστά σου.
Κυπάρισσα βαθύσκια με βράχους και χαράδρες
απ' τη Σελλάδα θ 'ανεβείς σε πέτρες συμπληγάδες.
Απ' την κλεισούρα θα βρεθείς σε επικλινές πεδίο
και θ΄ αντικρίσεις το μικρό ξωκλήσι του Κυρίου.
Κοιτώντας από κει ψηλά το πανόραμα του κάμπου
νοιώθεις να ίπτασαι και συ στην αγκαλιά του βράχου.
Μοιάζει ως πράσινο χαλί στα πόδια σου η κτήση
και σαν κερί φωτίζεται απ' ανατολή σε δύση.
Ο Δίκαιος αγέρωχος στέκει μες τους αιώνες
δεν τον τρομάζουν οι βροντές, τα χιόνια και οι μπόρες.
Ολόγυρα ο κόσμος λες και έχει πλησιάσει
σ' ευλαβικό προσκύνημα σε αυτήν εδώ την πλάση.
Από τον Δίκαιο χαρούμενα όλα τα νησάκια μοιάζουν
σαν διαμαντένιο στόλισμα στου Αιγαίου του πελάγους.
Μικρασιατικά παράλια, η Αστυπαλιά και η Σάμος,
η Κάλυμνος, η Ψέριμος, η Λέρος και η Πάτμος.
Ο Φόβος του τίποτε
Αναζητώντας την αγάπη
στις άπειρες διαστάσεις
του θεατρίνου χρόνου
, στο άπειρο των πάντων
πόθησα τη σιωπή μου…
Αγάπησα το τέλος του τίποτε
και η σιωπή μου έγινε αρχή μου!
Φοβάμαι να κλάψω εμπρός μου
τα κρυμμένα μου αισθήματα,
μη χάσω ό,τι κερδίσω…
Φοβάμαι τους απρόβλεπτους,
τους παθιασμένους στο μυαλό,
που το κολασμένο τίποτε φαντάζει
εφαρμοστό αμάρτημα
έρωτος κερωμένου.
Τι πρέπει να κάνω; Δε βλέπω τίποτε!
Αν πιστέψω στο τίποτε, θα γίνω «θεός»!
Τα πάντα αλλάζουν κι εγώ γελασμένος,
γονατιστός παρακαλώ το απέραντο!
Ω! με συναρπάζει ο λόγος…
Αναζητώντας την αγάπη
στις άπειρες διαστάσεις
του θεατρίνου χρόνου
, στο άπειρο των πάντων
πόθησα τη σιωπή μου…
Αγάπησα το τέλος του τίποτε
και η σιωπή μου έγινε αρχή μου!
Φοβάμαι να κλάψω εμπρός μου
τα κρυμμένα μου αισθήματα,
μη χάσω ό,τι κερδίσω…
Φοβάμαι τους απρόβλεπτους,
τους παθιασμένους στο μυαλό,
που το κολασμένο τίποτε φαντάζει
εφαρμοστό αμάρτημα
έρωτος κερωμένου.
Τι πρέπει να κάνω; Δε βλέπω τίποτε!
Αν πιστέψω στο τίποτε, θα γίνω «θεός»!
Τα πάντα αλλάζουν κι εγώ γελασμένος,
γονατιστός παρακαλώ το απέραντο!
Ω! με συναρπάζει ο λόγος…
Ψάχνοντας την αγάπη.
Θεέ μου, πόσο σιμά απ' την αγάπη περνάει ο άνθρωπος!
Ακουμπώντας στη σκιά της πορεύεται
στο ανέγγιχτο φως της νοσταλγίας να αγαπηθεί.
Στο θάνατό του ζει τη ζωή –μισή ζωή.
Πορεύεται και η σκιά τον ακολουθεί.
Τι αχανές πέλαγος που είσαι αγάπη!
Υποκρισία η σκιά σου σε μάτια κλειστά.
φανερώνεσαι και… φεύγεις ξανά!
Στα δικά μας βλέμματα ελευθερία ζητάς,
σκλαβωμένη ελευθερία είσαι αγάπη!
Eξαίρεση στο δήθεν κι εγώ σε προσκυνώ!
Θεέ μου, πόσο σιμά απ' την αγάπη περνάει ο άνθρωπος!
Ακουμπώντας στη σκιά της πορεύεται
στο ανέγγιχτο φως της νοσταλγίας να αγαπηθεί.
Στο θάνατό του ζει τη ζωή –μισή ζωή.
Πορεύεται και η σκιά τον ακολουθεί.
Τι αχανές πέλαγος που είσαι αγάπη!
Υποκρισία η σκιά σου σε μάτια κλειστά.
φανερώνεσαι και… φεύγεις ξανά!
Στα δικά μας βλέμματα ελευθερία ζητάς,
σκλαβωμένη ελευθερία είσαι αγάπη!
Eξαίρεση στο δήθεν κι εγώ σε προσκυνώ!
Αυτά που θέλω να Σου πω.
Τρεμάμενη η φλόγα στο κερί
μου μένουν δυο στιγμές απ' τη ζωή.
Όσο η φλόγα τριγύρω της
τη λάμψη θα σκορπίζει,
εγώ, Θεέ μου, μπρός τα πόδια Σου
θ' αφήσω την ψυχή μου,
ο πόνος να απαλύνει.
Θα Σου μιλήσω για τη βουή
που υπάρχει στο μυαλό μου,
για της καρδιάς το αίμα μου,
που καίει στο πρόσωπο μου.
Για τους ανθρώπους που πονού
ν στην άγρια μοναξιά τους,
για τα παιδιά που φεύγουνε
πριν λάμψει η ματιά τους.
Γι' αυτούς που κάτι προσπαθούν
ν' αλλάξει στη ζωή τους,
για καμπυλωμένα όνειρα
που χάνονται μαζί τους.
Για όλους αυτούς που ξενυχτούν
με τ' άγιο όνομά Σου,
για όλους αυτούς που σβήνουνε
πριν έρθουνε κοντά Σου.
Μα κάπου εδώ τελείωσαν
«τα θέλω και τα πρέπει»
αυτά που θέλω να Σου πω,
ειν' στη δική Σου σκέψη.
Το φως τώρα λιγόστεψε
και το κερί θα σβήσει
και η δική μου η καρδιά
Εσένα θα υμνήσει.
Τρεμάμενη η φλόγα στο κερί
μου μένουν δυο στιγμές απ' τη ζωή.
Όσο η φλόγα τριγύρω της
τη λάμψη θα σκορπίζει,
εγώ, Θεέ μου, μπρός τα πόδια Σου
θ' αφήσω την ψυχή μου,
ο πόνος να απαλύνει.
Θα Σου μιλήσω για τη βουή
που υπάρχει στο μυαλό μου,
για της καρδιάς το αίμα μου,
που καίει στο πρόσωπο μου.
Για τους ανθρώπους που πονού
ν στην άγρια μοναξιά τους,
για τα παιδιά που φεύγουνε
πριν λάμψει η ματιά τους.
Γι' αυτούς που κάτι προσπαθούν
ν' αλλάξει στη ζωή τους,
για καμπυλωμένα όνειρα
που χάνονται μαζί τους.
Για όλους αυτούς που ξενυχτούν
με τ' άγιο όνομά Σου,
για όλους αυτούς που σβήνουνε
πριν έρθουνε κοντά Σου.
Μα κάπου εδώ τελείωσαν
«τα θέλω και τα πρέπει»
αυτά που θέλω να Σου πω,
ειν' στη δική Σου σκέψη.
Το φως τώρα λιγόστεψε
και το κερί θα σβήσει
και η δική μου η καρδιά
Εσένα θα υμνήσει.
Στο πέρασμα των πάντων
Περαστική είναι η ζωή κι ό,τι αυτή αγαπήσει
κάποια στιγμή θα αγαπηθεί, μα πάλι θα σιγήσει.
Περαστικοί κι οι άνθρωποι, περνούν, πατούν το χώμα,
αναπολούν τις χαραυγές που δεν έφεξαν ακόμα.
Περαστικά 'ναι τα πουλιά, στα δέντρα στα λιβάδια
κάνουν φωλιές και κελαηδούν, μα χάνονται τα βράδια.
Περαστικά στη θάλασσα καράβια που λικνίζουν,
μα σαν παλιώσει το σκαρί σε πέλαγο βυθίζουν.
Περαστικά τα «σ' αγαπώ», τα λόγια τα μεγάλα,
οι έρωτες οι δυνατοί, τα όνειρα τα βράδια.
Περαστικά 'ναι στη ζωή φαινόμενα μεγάλα,
η ποίηση, η μουσική, το γέλιο και το κλάμα.
Περαστικός είμαι κι εγώ, κάποια στιγμή θα σβήσω.
Κι αν με ρωτήσετε ξανά τι θα 'θελα να ζήσω,
με μια πνοή, με μια ψυχή γενναία θ' απαντήσω:
Θα 'θελα να ξαναγεννηθώ, Εκείνον ν' αγαπήσω.
Περαστική είναι η ζωή κι ό,τι αυτή αγαπήσει
κάποια στιγμή θα αγαπηθεί, μα πάλι θα σιγήσει.
Περαστικοί κι οι άνθρωποι, περνούν, πατούν το χώμα,
αναπολούν τις χαραυγές που δεν έφεξαν ακόμα.
Περαστικά 'ναι τα πουλιά, στα δέντρα στα λιβάδια
κάνουν φωλιές και κελαηδούν, μα χάνονται τα βράδια.
Περαστικά στη θάλασσα καράβια που λικνίζουν,
μα σαν παλιώσει το σκαρί σε πέλαγο βυθίζουν.
Περαστικά τα «σ' αγαπώ», τα λόγια τα μεγάλα,
οι έρωτες οι δυνατοί, τα όνειρα τα βράδια.
Περαστικά 'ναι στη ζωή φαινόμενα μεγάλα,
η ποίηση, η μουσική, το γέλιο και το κλάμα.
Περαστικός είμαι κι εγώ, κάποια στιγμή θα σβήσω.
Κι αν με ρωτήσετε ξανά τι θα 'θελα να ζήσω,
με μια πνοή, με μια ψυχή γενναία θ' απαντήσω:
Θα 'θελα να ξαναγεννηθώ, Εκείνον ν' αγαπήσω.
Ανιδιοτελής αγάπη.
Αναζητώντας στη ζωή την ανιδιοτελή αγάπη,
συνάντησα σκιές υποκρισίας γεμάτες αυταπάτη.
Γλυκιά υποταγή η εύρεση, πυράκτωμα αληθείας,
υπάρχει κρίση υπαρκτή, αυτής της κοινωνίας.
Ιδιοτελής και άκαμπτη είναι αγάπη υστερίας
σπαρακτικά φιμώνεται μεγάλης ευκαιρίας.
Στην αχαλίνωτη φθορά εκπορνευμένη μοιάζει
απόβλητη προσκαρτερεί να την αγιάσει η χάρις.
Προσφερομένη δίδει ζωή, υπάρχει μες το χρόνο,
δεσπόζει στο γεωγραφικό και ιστορικό μας χώρο.
Αν την παραίνεση Χριστού όλοι δεν ασπαστούμε,
δε θα υπάρξει στη ζωή αυτό που επιθυμούμε.
Καινή εντολή εδόθηκε πρέπει να σεβαστούμε
αυτό που είπε ο Κύριος το «αγαπάτε αλλήλους».
Αναζητώντας στη ζωή την ανιδιοτελή αγάπη,
συνάντησα σκιές υποκρισίας γεμάτες αυταπάτη.
Γλυκιά υποταγή η εύρεση, πυράκτωμα αληθείας,
υπάρχει κρίση υπαρκτή, αυτής της κοινωνίας.
Ιδιοτελής και άκαμπτη είναι αγάπη υστερίας
σπαρακτικά φιμώνεται μεγάλης ευκαιρίας.
Στην αχαλίνωτη φθορά εκπορνευμένη μοιάζει
απόβλητη προσκαρτερεί να την αγιάσει η χάρις.
Προσφερομένη δίδει ζωή, υπάρχει μες το χρόνο,
δεσπόζει στο γεωγραφικό και ιστορικό μας χώρο.
Αν την παραίνεση Χριστού όλοι δεν ασπαστούμε,
δε θα υπάρξει στη ζωή αυτό που επιθυμούμε.
Καινή εντολή εδόθηκε πρέπει να σεβαστούμε
αυτό που είπε ο Κύριος το «αγαπάτε αλλήλους».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)